Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς την ευρεία υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στον δημόσιο τομέα, εντάσσοντας και επισήμως τα ChatGPT της OpenAI, Gemini της Google και Claude της Anthropic στον κατάλογο των εγκεκριμένων προμηθευτών τεχνολογιών ΑΙ για τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Η σχετική ανακοίνωση έγινε από τη Γενική Υπηρεσία Διοίκησης (GSA), η οποία και διαχειρίζεται τις προμήθειες για λογαριασμό των κρατικών οργανισμών, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στην κυβερνητική χρήση προηγμένων γλωσσικών μοντέλων.
Δεν πρόκειται απλώς για μια διοικητική απόφαση, αλλά για μια ευρύτερη στρατηγική για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της Τεχνητής Νοημοσύνης στην παροχή υπηρεσιών, την ενίσχυση της αποδοτικότητας και τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Μέσω της πλατφόρμας της GSA, τα συγκεκριμένα εργαλεία θα προσφέρονται στις υπηρεσίες με συμβατικά καθορισμένους όρους, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη συμμόρφωση με τα ομοσπονδιακά πρότυπα για υπεύθυνη και ηθική χρήση της AI.
Σύμφωνα με τη GSA, οι εγκρίσεις αφορούν μοντέλα που δεσμεύονται για ακρίβεια, διαφάνεια και απουσία ιδεολογικών στρεβλώσεων, ενώ οι εφαρμογές που θα δοκιμαστούν θα ποικίλλουν: από γλωσσικούς βοηθούς για έρευνα έως στοχευμένες λύσεις με προσαρμοσμένες λειτουργίες για ειδικές αποστολές των κρατικών υπηρεσιών.
Το θέμα της Τεχνητής Νοημοσύνης παραμένει κεντρικό στην πολιτική ατζέντα της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία αντιλαμβάνεται τον τομέα αυτόν ως το πεδίο που θα κρίνει την τεχνολογική κυριαρχία στον 21ο αιώνα. Ο ίδιος ο πρόεδρος το έχει χαρακτηρίσει ως «τον αγώνα της εποχής μας», και το κυβερνητικό σχέδιο για την AI περιλαμβάνει περίπου 90 κατευθυντήριες συστάσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ενίσχυση των εξαγωγών λογισμικού και εξοπλισμού AI, καθώς και η ανάσχεση πολιτειακών νομοθεσιών που κρίνονται υπερβολικά περιοριστικές.
Η νέα αυτή προσέγγιση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στρατηγική του προκατόχου του, Τζο Μπάιντεν, ο οποίος είχε υιοθετήσει το δόγμα του «υψηλού φράχτη», περιορίζοντας την παγκόσμια πρόσβαση σε προηγμένα αμερικανικά τσιπ. Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε επίσης ζητήσει από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να εφαρμόσουν αυστηρά μέτρα ασφαλείας κατά την ανάπτυξη και χρήση ΑΙ, περιλαμβάνοντας αξιολόγηση, παρακολούθηση και συστηματικές δοκιμές για τις επιπτώσεις της στον πληθυσμό.